| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.072.424 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διδασκαλία |
0,02 sec. |
|
διδασκαλία teaching, tuition التدريس, تعليم učení, výuka undervisning Unterricht, Unterrichten enseñanza, instrucción opetus cours particulier, enseignement poduka insegnamento, lezioni 授業, 教えること 가르치기, (개인) 교수 onderwijs undervisning nauczanie, nauka ensino обучение undervisning การสอน, การสอนพิเศษ öğretim, öğretme nghề dạy học, sự giảng dạy 教学, 辅导 ουσ θ διδασκαλία [ðiðaska'lia] μετάδοση γνώσεων enseignement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|