| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.605.254 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διεκδικώ |
0,02 sec. |
|
|
διεκδικώ claim, dispute, assert disputer, faire prévaloir, revendiquer
ρ μετβ διεκδικώ [ðiekði'ko] απαιτώ ικανοποίηση δικαιώματος revendiquer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|