Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.457.390 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δικός μου
(προωθήθηκε από δικ)

0,01 sec.
δικός μου mine, my ملكي, ي: ضمير المتكلم المضاف إليه můj min mein mi, mío minun mien (le), mon moj mio 私の, 私のもの 나의, 내 것 mijn min mój meu мой min ของฉัน benim của tôi 我的
κτητ αντων / α / θ / ουδ δικός μου, δικ, μου, δικό μου [ði'kosmu, §§§§ði'ci-'c-a mu, ði'komu]
που μού ανήκει à moi/à toi/à lui/à ellemon/ton/son
Δικό μου είναι το δαχτυλίδι. La bague est à moi.C'est ma bague.
Θέλω τη δικιά μου βούρτσα. Je veux ma propre brosse.
Είναι δικός μου φίλος. C'est mon ami.
οι δικοί μου
η οικογένειά μου les miens


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.