| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.634.069 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δικαίωμα |
0,02 sec. |
|
|
δικαίωμα right droit, droite حق právo ret Recht derecha, derecho oikeus desnica diritto 権利 권리 recht rettighet prawo direito право rättighet สิทธิ hak quyền 权利
ουσ ουδ δικαίωμα [ði'ceoma] 1 οι ελευθερίες που δίνει ο νόμος στον πολίτη droit ατομικά δικαιώματα les droits individuels 2 κτ που επιτρέπεται, η δυνατότητα droit το δικαίωμα συμμετοχής le droit de participation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|