Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.746.930 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δικαίωμα

0,02 sec.
δικαίωμα right droit, droite حق právo ret Recht derecha oikeus desnica diritto 権利 권리 recht rettighet prawo direito право rättighet สิทธิ hak quyền 权利
ουσ ουδ δικαίωμα [ði'ceoma]
1 οι ελευθερίες που δίνει ο νόμος στον πολίτη droit
ατομικά δικαιώματα les droits individuels
αφαιρώ κπ δικαίωμα supprimer un droit
τα ανθρώπινα δικαιώματα les droits de l'homme/de la personne
2 κτ που επιτρέπεται, η δυνατότητα droit
έχω δικαίωμα σε κτ avoir droit à qqch
έχω το δικαίωμα να avoir le droit de
το δικαίωμα συμμετοχής le droit de participation
τα πνευματικά δικαιώματα
που αφορούν στα πνευματικά έργα ως ιδιοκτησία les droits d'auteur


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.