| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.388.001 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δικαιολογητικό |
0,03 sec. |
|
δικαιολογητικό ουσ ουδ δικαιολογητικό [ðiceoloʝiti'ko] έγγραφο που αποδεικνύει ή επιβεβαιώνει κτ justificatif υποβάλλω δικαιολογητικά soumettre des justificatifs δικαιολογητικό απουσίας un justificatif d'absence Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|