Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.646.570 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δικαστήριο

0,03 sec.
δικαστήριο cour, tribunal tribunal, corte court, tribunal بلاط القصر, محكمة soud, tribunál ret, tribunal Gericht juzgado, tribunal oikeus, tuomioistuin sud, tribunal tribunale 法廷, 裁定委員会 법원, 법정 rechtbank, tribunaal domstol, tribunal sąd, trybunał суд domstol, tribunal ศาล, ศาลยุติธรรม mahkeme tòa, tòa án 法院, 特别法庭 Съд 法院
ουσ ουδ δικαστήριο [ðika'stirio]
1 οι αντιπρόσωποι του δικαίου tribunal
η απόφαση του δικαστηρίου la décision du tribunal
2 το κτίριο όπου απονέμεται δικαιοσύνη palais de justice
πηγαίνω κπ στο δικαστήριο
μηνύω κπ porter plainte contre qqnfaire comparaître qqn devant le juge


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.