| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.872.715 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δικαστικός |
0,02 sec. |
|
δικαστικός judicial, judiciary judiciaire επίθ α / θ / ουδ δικαστικός, δικαστική, δικαστικό [ðikasti'kos, ðikasti'ci, ðikasti'ko] σχετικός με δίκη ή δικαστήριο judiciairede justice δικαστικός αγώνας un combat judiciaire δικαστικός υπάλληλος magistrat/magistrate Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|