| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.647.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δικαστικός |
0,01 sec. |
|
|
δικαστικός judicial, judiciary judiciaire giudiziaria القضائية judicial gerichtliche съдебна 司法 司法 soudní 司法 사법
επίθ α / θ / ουδ δικαστικός, δικαστική, δικαστικό [ðikasti'kos, ðikasti'ci, ðikasti'ko] σχετικός με δίκη ή δικαστήριο judiciairede justice δικαστικός αγώνας un combat judiciaire δικαστικός υπάλληλος magistrat/magistrate Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|