| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.456.819 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δικτατορία |
0,01 sec. |
|
δικτατορία dictatorship dictature dittatura диктатура ουσ θ δικτατορία [ðiktato'ria] απολυταρχικό καθεστώς συνήθως στρατιωτικών dictature Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|