Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.052.619 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δικός του

0,01 sec.
δικός του jeho
δικός του dens, hans
δικός του sein
δικός του his, its
δικός του su, suyo
δικός του hänen, sen
δικός του à lui, son
δικός του njega, njegov
δικός του il suo, suo
δικός του それの, 彼の, 彼のもの
δικός του 그 남자 것, 그 남자의, 그것의
δικός του ervan, zijn
δικός του dens, hans
δικός του jego
δικός του dele, seu
δικός του его
δικός του dess, hans
δικός του ของเขา, ของเขาผู้ชาย, ของมัน
δικός του onun, onunki
δικός του của anh ấy, của nó, thứ của anh ấy
δικός του 他的, 它的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.