| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.498.204 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διοικητικός |
0,01 sec. |
|
διοικητικός administrative, administrator, administration إداري administrativní administrativ administrativ administrativo hallinnollinen administratif administrativan amministrativo 管理上の 관리상의 administratief administrativ administracyjny administrativo административный administrativ เกี่ยวกับการบริหาร idari hành chính 行政的 επίθ α / θ / ουδ διοικητικός, διοικητική, διοικητικό [ðiiciti'kos, ðiiciti'ci, ðiiciti'ko] σχετικός με τη διοίκηση administratif/-ive διοικητικό γραφείο un bureau administratif το διοικητικό συμβούλιο le conseil d'administration Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|