| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.399.916 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διοικώ |
0,01 sec. |
|
διοικώ administer, administrate, command, manage administrer, gérer, manager ρ μετβ διοικώ [ðii'ko] οργανώνω και διευθύνω administrer διοικώ μια χώρα administrer un pays διοικούμαι [ðii'kume] être administré/-ée |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|