| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.662.320 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διορίζω |
0,01 sec. |
|
|
διορίζω appoint, name, assign, nominate يُعين jmenovat udnævne einstellen designar nimittää nommer postaviti nominare 任命する 임명하다 aanstellen peke ut wyznaczyć designar назначать utse แต่งตั้ง atamak bổ nhiệm 任命
ρ μεσοπαθ διορίζομαι [ðio'rizome] être nommé/-éeêtre désigné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|