| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.572.100 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διορίζω |
0,02 sec. |
|
διορίζω appoint, name, assign, nominate يُعين jmenovat udnævne einstellen designar nimittää nommer postaviti nominare 任命する 임명하다 aanstellen peke ut wyznaczyć designar назначать utse แต่งตั้ง atamak bổ nhiệm 任命 ρ μεσοπαθ διορίζομαι [ðio'rizome] être nommé/-éeêtre désigné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|