| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.608.797 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διορθώνω |
0,01 sec. |
|
διορθώνω correct, fix, retrieve corregir corriger يُصحِح opravit rette korrigieren oikaista ispraviti correggere 訂正する 바로잡다 corrigeren rette poprawić corrigir исправлять rätta แก้ไขให้ถูกต้อง düzeltmek sửa chữa 纠正 ρ μετβ διορθώνω [ðior'θono] 2 τακτοποιώ, βελτιώνω raccommoderrectifier διορθώνω ρούχα raccommoder des vêtements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|