| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.741.276 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διπλάσιος |
0,01 sec. |
|
διπλάσιος double duobla double επίθ α / θ / ουδ διπλάσιος, διπλάσια, διπλάσιο [ði'plasios, ði'plasia, ði'plasio] δυο φορές τόσος doubledeux fois plus τα διπλάσια έξοδα deux fois plus de frais γίνομαι διπλάσιος σε πάχος διπλασιάζομαι devenir deux fois plus gros Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|