| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.645.282 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διπλασιάζω |
0,02 sec. |
|
διπλασιάζω double, geminate doubler يُضاعف zdvojnásobit fordoble verdoppeln doblar kaksinkertaistaa udvostručiti raddoppiare 2倍にする …을 갑절로 하다 verdubbelen fordoble podwoić dobrar удваивать dubblera ทำเป็นสองเท่า iki katına çıkmak tăng gấp đôi 加倍 ρ μετβ διπλασιάζω [ðiplasi'azo] ρ μεσοπαθ διπλασιάζομαι [ðiplasi'azome] devenir deux fois plus gros Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|