| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.022.992 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διπλός |
0,06 sec. |
|
διπλός double, dual, geminate double مضاعف dvojitý dobbelt doppelt doble kaksinkertainen dvostruk doppio 2倍の 두 배의 dubbel dobbel podwójny duplo двойной dubbel สองเท่า çift gấp đôi 双倍的 επίθ α / θ / ουδ διπλός, διπλή, διπλό [ði'plos, ði'pli, ði'plo] 3 με δύο τρόπους double δρόμος διπλής κατεύθυνσης une rue à double sens Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|