| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.074.183 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διστάζω |
0,04 sec. |
|
διστάζω hesitate hésiter يَتَردد zaváhat tøve zögern vacilar epäröidä oklijevati esitare ためらう 주저하다 twijfelen nøle zawahać się hesitar колебаться tveka ลังเลใจ duraksamak do dự 犹豫 ρ αμετβ διστάζω [ði'stazo] δεν τολμάω hésiter διστάζω να τηλεφωνήσω hésiter à téléphoner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|