| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.686.447 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διστάζω |
0,02 sec. |
|
|
διστάζω hesitate hésiter يَتَردد zaváhat tøve zögern vacilar epäröidä oklijevati esitare ためらう 주저하다 twijfelen nøle zawahać się hesitar колебаться tveka ลังเลใจ duraksamak do dự 犹豫
ρ αμετβ διστάζω [ði'stazo] δεν τολμάω hésiter διστάζω να τηλεφωνήσω hésiter à téléphoner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|