| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.003.118 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δισταγμός |
0,02 sec. |
|
δισταγμός hesitation, misgiving ουσ α δισταγμός [ðistaɣ'mos] αμφιβολία ή φόβος hésitation πλησιάζω με δισταγμό approcher avec hésitation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|