| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.507.072 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διστακτικός |
0,02 sec. |
|
διστακτικός hesitant, diffident, indecisive, reluctant επίθ α / θ / ουδ διστακτικός, διστακτική, διστακτικό [ðistakti'kos, ðistakti'ci, ðistakti'ko] που δεν αποφασίζει hésitant/-ante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|