Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.311.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διφορούμενος

0,01 sec.
διφορούμενος equivocal, ambiguous, evasive, dubious ambigu, douteux مريب pochybný tvivlsom zweifelhaft dudoso epäilyttävä dvojben incerto 怪しげな 의심스러운 dubieus tvilsom wątpliwy duvidoso сомнительный tvivelaktig สงสัย kuşkulu đáng ngờ 暧昧的
επίθ α / θ / ουδ διφορούμενος, διφορούμενη, διφορούμενο [ðifo'rumenos, ðifo'rumeni, ðifo'rumeno]
1 που ερμηνεύεται με δύο τρόπους ambigu/-uëéquivoque
διφορούμενη σημασία un sens ambigu
2 που δεν είναι καθαρός στις προθέσεις του ambiguéquivoque
διφορούμενη συμπεριφορά une attitude équivoque


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.