| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.413.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διψασμένος |
0,07 sec. |
|
διψασμένος thirsty διψασμένος assoiffé διψασμένος ظمآن διψασμένος žíznivý διψασμένος tørstig διψασμένος durstig διψασμένος sediento διψασμένος janoinen διψασμένος žedan διψασμένος assetato διψασμένος のどが渇いた διψασμένος 목마른 διψασμένος dorstig διψασμένος tørst διψασμένος spragniony διψασμένος com sede διψασμένος испытывающий жажду διψασμένος törstig διψασμένος ที่กระหายน้ำ διψασμένος susuz διψασμένος khát διψασμένος 渴的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|