| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.700.865 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διωγμός |
0,01 sec. |
|
|
διωγμός persecution persekutado persécution persecuzione vervolging perseguição الاضطهاد prześladowania persecución Verfolgung преследване 迫害 迫害 pronásledování forfølgelse 迫害 박해 förföljelse
ουσ θ διωγμός [ðjoɣ'mos] βίαιη απομάκρυνση persécution μαζικός διωγμός une persécution collective Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|