| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.745.094 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διόρθωση |
0,02 sec. |
|
διόρθωση correction correction تصحيح oprava rettelse Korrektur corrección oikaisu ispravka correzione 訂正 정정 correctie korrigering poprawka correção, correcção исправление rättelse การแก้ไขให้ถูกต้อง düzelti sự sửa chữa 改正 ουσ θ διόρθωση [ði'orθosi] 1 έλεγχος και επισήμανση λαθών correction η διόρθωση χειρόγραφου la correction d'un manuscrit 2 αλλαγή προς το σωστότερο correction Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|