| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.786.043.129 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δοκιμάζω |
0,01 sec. |
|
δοκιμάζω test, try, assay, sample essayer, tester kosten, testen мерить, тестировать يَخْتَبِر otestovat teste examinar testata testirati esaminare 試験する 시험하다 testen teste przetestować testar testa ทดสอบ denemek thử nghiệm 检测 ρ μετβ δοκιμάζω [ðoci'mazo] 5 κάνω απόπειρα tenter δοκιμάζω να το σκάσω tenter de s'échapper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|