| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.711.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δοκιμάζω |
0,03 sec. |
|
|
δοκιμάζω test, try, assay, sample essayer, tester kosten, testen мерить, тестировать يَخْتَبِر otestovat teste examinar testata testirati esaminare 試験する 시험하다 testen teste przetestować testar testa ทดสอบ denemek thử nghiệm 检测 Опитвам
ρ μετβ δοκιμάζω [ðoci'mazo] 5 κάνω απόπειρα tenter δοκιμάζω να το σκάσω tenter de s'échapper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|