| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.716.125 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δολοφονία |
0,01 sec. |
|
|
δολοφονία killing omicidio убийство moord asesinato Mord assassinato убийство 谋杀 謀殺 vražda mord murha רצח mord
ουσ θ δολοφονία [ðolofo'nia] το να σκοτώνει κπ ένα συνάνθρωπο meurtre; assassinat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|