| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.467.737 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δολοφονικός |
0,03 sec. |
|
δολοφονικός επίθ θ / ουδ δολοφονικός, δολοφονική, δολοφονικό [ðolofoni'kos, ðolofoni'ci, ðolofoni'ko] 1 που μπορει να σκοτώσει meurtrier/-ière δολοφονικές τάσεις des tendances meurtrières δολοφονικό όπλο une arme meurtrière 2 που φανερώνει μίσος meurtrier δολοφονικό βλέμμα un regard meurtrier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|