| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.716.877 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δολοφονικός |
0,01 sec. |
|
|
δολοφονικός
επίθ θ / ουδ δολοφονικός, δολοφονική, δολοφονικό [ðolofoni'kos, ðolofoni'ci, ðolofoni'ko] 1 που μπορει να σκοτώσει meurtrier/-ière δολοφονικές τάσεις des tendances meurtrières δολοφονικό όπλο une arme meurtrière 2 που φανερώνει μίσος meurtrier δολοφονικό βλέμμα un regard meurtrier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|