| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.684.392 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δολοφονώ |
0,01 sec. |
|
δολοφονώ töten, ermorden assassinate, kill, murder asesinar murhata assassiner, tuer öl uccidere moorden, vermoorden assassinar mörda يقتل عمداً zavraždit myrde ubiti 殺害する 살인하다 myrde zamordować убивать ฆาตกรรม katletmek giết người 谋杀 ρ μετβ δολοφονώ [ðolofo'no] σκοτώνω κπ με τη θέλησή μου assassiner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|