Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.731.065 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δουλειά

0,02 sec.
δουλειά employment, job, work, assignment, business, servitude, task emploi, job, travail Beruf, Arbeit, Stelle عمل, وَظيفة práce arbejde, job empleo, trabajo työ posao, rad lavoro 労働, 職 일, 직업 baan, werk arbeid, jobb praca emprego, trabalho работа arbete, jobb การงาน, งาน công việc 工作 工作 עבודה
ουσ θ δουλειά [ðu'ʎa]
1 το επάγγελμα travail; profession
πάω στη δουλειά μου aller au travail
2 η οποιαδήποτε απασχόληση travailoccupation
έχω δουλειά avoir du travailêtre occupé
3 η σχέση που έχω με κτ ή κπ affaire
Δεν είναι δική μου δουλειά. Ce n'est pas mon affaire.
Τι δουλειά έχω εγώ μ' αυτόν; Qu'ai-je à faire avec lui ?
κάνω μισές δουλειές
δεν τελειώνω αυτό που κάνω faire qqch à moitié


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.