| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.098.364 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δουλειά |
0,01 sec. |
|
δουλειά employment, job, work, assignment, business, servitude, task emploi, job, travail Beruf, Arbeit, Stelle عمل, وَظيفة práce arbejde, job empleo, trabajo työ posao, rad lavoro 労働, 職 일, 직업 baan, werk arbeid, jobb praca emprego, trabalho работа arbete, jobb การงาน, งาน iş công việc 工作 ουσ θ δουλειά [ðu'ʎa] 1 το επάγγελμα travail; profession 3 η σχέση που έχω με κτ ή κπ affaire Τι δουλειά έχω εγώ μ' αυτόν; Qu'ai-je à faire avec lui ? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|