| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.769.248.436 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δουλεύω |
0,02 sec. |
|
δουλεύω pull one's leg, work labori faire marcher, travailler lavorare laborare werken pracować يَعمَل pracovat arbejde arbeiten trabajar työskennellä raditi 働く 일하다 arbeide trabalhar работать arbeta ทำงาน çalışmak làm việc 工作 ρ αμετβ δουλεύω [ðu'levo] 1 εργάζομαι travailler ρ μετβ δουλεύω κοροϊδεύω se moquer δουλεύω κπ se moquer de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|