| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.667.945 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δράση |
0,02 sec. |
|
δράση activity, action حركة čin handling Handlung acción teko action radnja azione 活動 활동 actie handling działanie ação, acção действие åtgärd การกระทำ eylem hành động 行动 ουσ θ δράση ['ðrasi] 2 συμμετοχή σε οργανωμένη δραστηριότητα activité αντιστασιακή δράση une activité dans la résistance 3 αποτέλεσμα φαρμάκου action η άμεση δράση φαρμάκου l'action immédiate du médicament Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|