| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.743.729 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δραστηριότητα |
0,01 sec. |
|
δραστηριότητα activity activité نشاط aktivita aktivitet Aktivität actividad toiminta djelatnost attività 活動 활동 activiteit aktivitet działanie actividade, atividade деятельность aktivitet กระตือรือร้น etkinlik hoạt động 活动 ουσ θ δραστηριότητα [ðrastiri'otita] απασχόληση activité; occupation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|