Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.481.161 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δρομέας

0,02 sec.
δρομέας cursor, runner, racer عدَّاء, مُسَابِق běžec, závodník løber, væddeløbsdeltager Läufer, Rennfahrer corredor juoksija, kilpa-ajaja coureur trkač automobile da corsa, corridore ランナー, レーサー 경주자 renner, runner løper, racer biegacz corredor бегун, гонщик kapplöpningsdeltagare, löpare นักวิ่ง, ผู้เข้าร่วมการแข่งขัน yarışçı, yarışmacı đấu thủ, vận động viên đua 奔跑者, 比赛者
ουσ α/θ δρομέας [ðro'meas]
1 αθλητής αγώνων δρόμου coureur; coureuse à pied
Eίναι ένας από τους καλύτερους δρομείς στην Ελλάδα. Il est un des meilleurs coureurs à pied en Grèce.
2 το βελάκι που μετακινείται στην οθόνη υπολογιστή curseur
Ο δρομέας σκάλωσε ξαφνικά. Le curseur s'est arrêté tout d'un coup.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.