| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.367.287 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυναμωτικός |
0,03 sec. |
|
δυναμωτικός επίθ α / θ / ουδ δυναμωτικός, δυναμωτική, δυναμωτικό [ðinamoti'kos, ðinamoti'ci, ðinamoti'ko] που δίνει δύναμη fortifiant/-iantestimulant/-ante δυναμωτική τροφή une nourriture fortifiante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|