| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.321.158 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυναμώνω |
0,02 sec. |
|
δυναμώνω strengthen ρ μετβ δυναμώνω [ðina'mono] 1 δίνω δύναμη σε κπ renforcerfortifier Το καλό φαγητό θα σε δυναμώσει. La bonne nourriture te renforcera. 2 κάνω κτ να αυξηθεί augmenter δυναμώνω τον ήχο augmenter le son ρ αμετβ δυναμώνω γίνομαι πιο δυνατός prendre des forcesse fortifier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|