| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.769.631 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυνατότητα |
0,02 sec. |
|
δυνατότητα possibilité, potentiel إمكانية možnost, potenciál mulighed, potentiale Möglichkeit, Potenzial possibility, potential posibilidad, potencial mahdollisuus, potentiaali mogućnost, potencijal possibilità, potenziale 可能性 가능성, 잠재성 mogelijkheid, potentieel mulighet, potensial możliwość, potencjał possibilidade, potencial возможность, потенциал möjlighet, potential ความเป็นไปได้ olasılık, potansiyel khả năng, tiềm năng 可能性, 潜能 ουσ θ δυνατότητα [ðina'totita] 1 όταν κτ είναι εφικτό possibilité δυνατότητα αλλαγής une possibilité de changement 3 τα μέσα moyen οικονομικές δυνατότητες des moyens financiers 4 προοπτική horizon δυνατότητα βελτίωσης une possibilité d'amélioration Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|