| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.943.804 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυσάρεστος |
0,01 sec. |
|
δυσάρεστος irksome, objectionable, unpleasant غير سار nepříjemný ubehagelig unangenehm desagradable epämiellyttävä désagréable neprijatan spiacevole 不愉快な 불쾌한 onplezierig ubehagelig nieprzyjemny desagradável неприятный otrevlig ไม่สนุก ไม่ราบรื่น hoş olmayan khó chịu 使人不愉快的 επίθ α / θ / ουδ δυσάρεστος, δυσάρεστη, δυσάρεστο [ði'sarestos, ði'saresti, ði'saresto] 1 ενοχλητικός désagréabledéplaisant/-ante δυσάρεστο σχόλιο un commentaire déplaisant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|