| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.790.570 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δυσαρέσκεια |
0,01 sec. |
|
|
δυσαρέσκεια discontent, displeasure, dissatisfaction السخط niezadowolenie malcontento mécontentement недовольство ontevredenheid descontentamento descontento Unzufriedenheit 不满 不滿 nespokojenost utilfredshed 不満 불만 missnöje
ουσ θ δυσαρέσκεια [ðisa'rescia] ενόχληση, αγανάκτηση mécontentement; insatisfaction βλέμμα δυσαρέσκειας un regard de mécontentement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|