| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.668.286 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυσκίνητος |
0,02 sec. |
|
δυσκίνητος cumbersome, ponderous, sluggish encombrant επίθ δυσκίνητος, δυσκίνητη, δυσκίνητο [ði'scinitos, ði'sciniti, ði'scinitο] που κινείται με δυσκολία lourd, lourdequi se déplace difficilement Είναι δυσκίνητος από το πάχος. Il se déplace difficilement à cause de son obésité. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|