| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.961.158 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυσκοίλιος |
0,02 sec. |
|
δυσκοίλιος مصاب بالامساك mít zácpu forstoppet verstopft constipated estreñido ummetuksesta kärsivä constipé začepljen stitico 便秘した 변비에 걸린 verstopt forstoppet z zaparciem constipado, obstipado страдающий запором förstoppad ท้องผูก kabız bị táo bón 便秘的 επίθ δυσκοίλιος, δυσκοίλια, δυσκοίλιο [ði'scilios, ði'scilia, ði'scilio] που έχει δυσκολίες εκκένωσης constipé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|