| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.794.700 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δυσκολία |
0,03 sec. |
|
|
δυσκολία трудность, сложность difficulty صعوبة obtížnost vanskelighed Schwierigkeit dificultad vaikeus difficulté teškoća difficoltà 困難 어려움 moeilijkheid vanskelighet trudność dificuldade svårighet ความยากลำบาก güçlük sự khó khăn 困难 困難 קושי
ουσ θ δυσκολία [ðisko'lia] εμπόδιο, πρόβλημα difficulté συναντάω δυσκολίες rencontrer des difficultés έχω οικονομικές δυσκολίες avoir des difficultés financières Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|