| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.969.684 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυσκολεύω |
0,02 sec. |
|
δυσκολεύω ρ μετβ δυσκολεύω [ðisko'levo] ρ μεσοπαθ δυσκολεύομαι [ðisko'levome] συναντάω δυσκολίες rencontrer des difficultés Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ. J'ai du mal à me concentrer. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|