| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.404.553 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυσπιστία |
0,02 sec. |
|
δυσπιστία disbelief, incredulity, distrust, mistrust incrédulité, méfiance ουσ θ δυσπιστία [ðispi'stia] επιφυλακτικότητα, χωρίς να πιστεύω méfiance; incrédulité ακούω κπ με δυσπιστία écouter qqn avec méfiance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|