| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.799.988 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυστυχισμένος |
0,02 sec. |
|
δυστυχισμένος malheureux miserable, unhappy تعيس nešťastný ulykkelig unglücklich infeliz onneton nesretan infelice 不幸な 슬픈 ongelukkig ulykkelig nieszczęśliwy infeliz несчастливый olycklig เศร้า mutsuz buồn rầu 不快乐的 επίθ α / θ / ουδ δυστυχισμένος, δυστυχισμένη, δυστυχισμένο [ðistiçi'zmenos, ðistiçi'zmeni, ðistiçi'zmeno] που δεν είναι ευτυχισμένος malheureux/-eusemisérable δυστυχισμένος άντρας un homme malheureux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|