| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.883.483 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δυτικός |
0,03 sec. |
|
δυτικός west, western غربي západní vestlig westlich del oeste, occidental läntinen occidental, ouest zapadni occidentale 西の 서쪽의 westelijk, westers vestlig zachodni ocidental западный västlig ซึ่งเกี่ยวกับทางทิศตะวันตก, ซึ่งอยู่ไปทางทิศตะวันตก batı phương tây, theo phía tây 西方的, 西的 επίθ α / θ / ουδ δυτικός, δυτική, δυτικό [ðiti'kos, ðiti'ci, ðiti'ko] 1 που βρίσκεται στη δύση οccidental/-ale δυτική χώρα un pays occidental 2 σχετικός με τις χώρες της Δύσης occidentald'occident δυτική πολιτική la politique occidentale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|