| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.758.059.680 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δωμάτιο |
0,02 sec. |
|
δωμάτιο Zimmer room habitación chambre, pièce camera quarto غرفة pokoj værelse huone soba 部屋 방 kamer rom pokój комната rum ห้อง oda phòng 房间 ουσ ουδ δωμάτιο [ðo'matio] ένας από τους χώρους του σπιτιού chambre; pièceσε θερμοκρασία δωματίου σε θερμοκρασία περιβάλλοντος à la température ambianteη μουσική δωματίου που παίζεται από μικρή ορχήστρα la musique de chambre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|