| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.812.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δωροδοκία |
0,03 sec. |
|
|
δωροδοκία bribery pot-de-vin رشوة podplácení bestikkelse Bestechung soborno, corrupción lahjonta mito corruzione 贈収賄 뇌물 수수 omkoperij bestikkelse przekupstwo suborno, corrupção взяточничество muta การให้สินบน rüşvet sự hối lộ 行贿受贿 корупция
ουσ θ δωροδοκία [ðoroðo'cia] εξαγορά corruption Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|