Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.083.960 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δόση

0,02 sec.
δόση dose, instalment, installment dose, tranche, acompte dosis, plazo تركيب, جرعة dávka, splátka afdrag, dosis Dosis, Rate annos, maksuerä doza, rata dose, rata 分割払い, 服用量 복용량, 할부금 afbetalingstermijn, dosis avdrag, dose dawka, rata dose, prestação взнос, доза avbetalning, dos เงินที่จ่ายเป็นงวด, ปริมาณยาที่ให้แต่ละครั้ง doz, taksit liều, phần trả góp 分期付款, 剂量
ουσ θ δόση ['ðosi]
1 ένα από τα μέρη χρηματικού ποσού που μένει να πληρωθεί mensualité
δόση δανείου la mensualité d'un emprunt
2 ποσότητα masse
γερή δόση χιούμορ une bonne dose d'humour


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.