| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.083.960 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δόση |
0,02 sec. |
|
δόση dose, instalment, installment dose, tranche, acompte dosis, plazo تركيب, جرعة dávka, splátka afdrag, dosis Dosis, Rate annos, maksuerä doza, rata dose, rata 分割払い, 服用量 복용량, 할부금 afbetalingstermijn, dosis avdrag, dose dawka, rata dose, prestação взнос, доза avbetalning, dos เงินที่จ่ายเป็นงวด, ปริมาณยาที่ให้แต่ละครั้ง doz, taksit liều, phần trả góp 分期付款, 剂量 ουσ θ δόση ['ðosi] 1 ένα από τα μέρη χρηματικού ποσού που μένει να πληρωθεί mensualité δόση δανείου la mensualité d'un emprunt Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|