| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.779.180 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δύναμη |
0,02 sec. |
|
δύναμη force, power, strength, might forteco, forto force ουσ θ δύναμη ['ðinami] 1 οι μυικές δυνατότητες του σώματος force έχω πολλή δύναμη avoir beaucoup de force χάνω δυνάμεις être affaibli/-ie οι μεγάλες δυνάμεις οι ισχυρές χώρες les grandes puissances η φυγόκεντρος δύναμη από το κέντρο προς την περιφέρεια la force centrifuge Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|