Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.045.855 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δύσοσμος

0,02 sec.
δύσοσμος pestilentiel, malodorant
δύσοσμος malodorous, smelly
δύσοσμος كريه الرائحة
δύσοσμος páchnoucí
δύσοσμος ildelugtende
δύσοσμος übelriechend
δύσοσμος maloliente
δύσοσμος haiseva
δύσοσμος smrdljiv
δύσοσμος puzzolente
δύσοσμος いやなにおいのする
δύσοσμος 악취가 나는
δύσοσμος stinkend
δύσοσμος (ille)luktende
δύσοσμος śmierdzący
δύσοσμος fedido, malcheiroso
δύσοσμος вонючий
δύσοσμος illaluktande
δύσοσμος มีกลิ่น
δύσοσμος pis kokulu
δύσοσμος nặng mùi
δύσοσμος 难闻的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.